λαμβάνομαι


λαμβάνομαι
med. (τινος) схватываю что

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "λαμβάνομαι" в других словарях:

  • λαμβάνομαι — λαμβάνομαι, (ελήφθη ελήφθησαν) βλ. πίν. 166 Σημειώσεις: λαμβάνομαι : ο τύπος ελήφθη (παρά το γεγονός ότι είναι λόγιος) χρησιμοποιείται ευρύτατα στη λήψη ραδιοσημάτων, στη στερεότυπη έκφραση ελήφθη, over. Η λόγια μτχ. ειλημμένος έχει επιβιώσει… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λαμβάνομαι — λαμβάνω a pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαμβάνω — και λαβαίνω (AM λαμβάνω, Α και λαββάνω, Μ και λαβάνω και λαβαίνω) 1. παίρνω κάτι στα χέρια μου ή πιάνω κάτι με τα χέρια μου και τό κρατώ (α. «λήψῃ δὲ μοσχάριον ἐκ βοῶν ἕν... καὶ ἄρτους ἀζύμους πεφυραμένους ἐν ἐλαίω», ΠΔ β. «χείρεσσι λαβὼν… …   Dictionary of Greek

  • αριθμός — Η έννοια αυτή σχηματίζεται (με διάφορες γενικεύσεις) από την απλούστερη έννοια του φυσικού α. Ένας γενικός ορισμός της έννοιας είναι δύσκολο να δοθεί, αν όχι αδύνατο. Στην καθημερινή ζωή ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια του φυσικού ή του… …   Dictionary of Greek

  • εκλείχω — ἐκλείχω (AM) γλείφω αρχ. 1. κατατρώγω 2. (για φάρμακα) ἐκλείχομαι λαμβάνομαι σε μορφή εκλείγματος …   Dictionary of Greek

  • εναφέψω — ἐναφέψω (Α) 1. βράζω μέσα σε νερό βότανο ή άλλο φάρμακο, παρασκευάζω αφέψημα 2. μέσ. (για βότανα) λαμβάνομαι ως αφέψημα («μυρσίνης ἐναφεψημένος», Ιπποκρ.) …   Dictionary of Greek

  • ερέσσω — (Α ἐρέσσω και αττ. τ. ἐρέττω) [ερέτης] κωπηλατώ, τραβώ κουπί, θέτω κάποιο σκάφος σε κίνηση με κουπιά αρχ. 1. κινούμαι γρήγορα κωπηλατώντας 2. (ενεργ. και παθ.) κινώ γρήγορα, θέτω σε γρήγορη κίνηση («πτερύγων ἐρετμοῑσιν ἐρεσσόμενοι» προχωρούν… …   Dictionary of Greek

  • κατεπιλαμβάνομαι — (Α) κρατώ σφιχτά, αγκαλιάζω κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἐπι λαμβάνομαι «πιάνω κάτι»] …   Dictionary of Greek

  • μετάγω — (ΑM μετάγω) μεταφέρω κάτι από έναν τόπο σε άλλο («πάντα τὸν πόλεμον μετάξειν εἰς τὴν Λιβύην», Διόδ.) μσν. αρχ. 1. μεταβιβάζω («πᾱσαν τὴν ἀρχὴν Ῥωμαίων εἰς ἐαυτὸν καὶ τοὺς παῑδας μεταγαγεῑν καὶ βεβαιώσασθαι ἠθέλησε», Ηρωδιαν.) 2. οδηγώ κάποιον από …   Dictionary of Greek

  • ουδαμού — (Α οὐδαμοῡ) επίρρ. σε κανένα μέρος, πουθενά («οὐδαμοῡ γῆς», Ηρόδ.) αρχ. 1. κατ ουδένα τρόπο, ουδαμώς 2. φρ. α) «οὐδαμοῡ λέγω τινά» θεωρώ κάποιον ως μηδαμινό β) «οὐδαμοῡ νομίζω» δεν παραδέχομαι καθόλου γ) «οὐδαμοῡ εἰμι» ή «οὐδαμοῡ φαίνομαι» δεν… …   Dictionary of Greek

  • παρατηρώ — παρατηρῶ, έω, ΝΜΑ [τηρώ] 1. παρακολουθώ κάποιον ή κάτι με το βλέμμα και με προσοχή, εξετάζω («παρατηρώ τις ηλιακές κηλίδες με το τηλεσκόπιο») 2. έχω συνεχώς στραμμένη την προσοχή μου σε κάτι, προσέχω νεοελλ. 1. στρέφω το βλέμμα μου, κοιτάζω 2.… …   Dictionary of Greek